τηλέφατος

τηλέφατος
τηλέφατος , v. τηλέφαντος.]

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τηλέφατος — ον Α βλ. τηλέφαντος …   Dictionary of Greek

  • τηλέφαντος — και τηλέφατος και τηλεσίφαντος, ον, Α ο τηλεφανής*, αυτός που φαίνεται από μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < τηλ(ε) * + φαντος / φατος (< φαίνω), πρβλ. νυκτί φαντος, ὑπέρ φατος. Ο τ. τηλεσί φαντος αναλογικά προς τα σύνθ. με α΄ συνθετικό σε σι (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”